Σκυλογραφικό
Αθήνα 29.03.2010
Δεν είμαι ένα συνηθισμένο σκυλί! Ξέρω, θα νομίσεις ότι το λέω από περηφάνεια και ότι, όπως και οι άνθρωποι, όλα τα σκυλιά είμαστε έτσι κι αλλιώς μοναδικά, έχουμε το καθένα τη δική του προσωπικότητα. Αλλά δεν το εννοώ έτσι. Εγώ διαφέρω. Για παράδειγμα, δε μου αρέσει να βγάζω τη μουσούδα μου έξω από το αυτοκίνητο όταν με παίρνουν μαζί στη βόλτα. Δεν έχω αυτό το άγχος. Προτιμώ να κάθομαι αναπαυτικά στα πόδια της μαμάς και να χαζεύω ήρεμα δεξιά και αριστερά το τοπίο ή το μπαμπά να οδηγεί. Και το προτιμώ όταν δεν τρέχει και όταν παίρνει τις στροφές ήρεμα και απαλά για να μπορώ να ξεκλέβω κανέναν υπνάκο που και που χωρίς να τινάζομαι τρομαγμένη.
Είμαι, όμως, διαφορετική από τα άλλα σκυλάκια γιατί έχω διαφορετική σχέση με τη μαμά μου. Δεν είναι η “κυρία” μου, ούτε το “αφεντικό” μου. Δεν την αγαπώ επειδή με ταΐζει ούτε επειδή με βγάζει έξω κάθε τόσο για… να κάνω την ανάγκη μου. Τα περισσότερα σκυλιά αγαπάνε τους ιδιοκτήτες τους γιατί εξαρτώνται από αυτούς. Οι άνθρωποι έχουν καταλάβει από πολύ παλιά ότι τα σκυλιά μαθαίνουν να αγαπάνε τους ανθρώπους όταν κι αυτοί τα αγαπάνε και να τους αντιπαθούν όταν αυτοί τα αντιπαθούν. Και το εκμεταλλεύονται.
Αγαπώ όλους τους ανθρώπους στην οικογένειά μου και το μπαμπά και τον παππού και τη γιαγιά και το μικρό ανιψάκι της μαμάς που με ταλαιπωρεί με την αγαρμποσύνη του. Αλλά ξέρω ότι αυτό θα αλλάξει όταν μεγαλώσει. Οι άνθρωποι χρειάζονται πολύ περισσότερα χρόνια από εμάς για να φτάσουν σε μια ηλικία που να μπορείς να συνεννοηθείς μαζί τους. Όμως τη μαμά μου τη λατρεύω. Της έχω αδυναμία! Το επαναγαβγίζω, όχι γιατί της ανήκω, όχι γιατί της χρωστάω το καθημερινό μου φαγητό και το σπίτι που κοιμάμαι. Η παροιμία που λένε οι άνθρωποι “ο σκύλος δε δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει” ακούγεται ρηχή και εύκολη στη δική μου περίπτωση.
Έχω αδυναμία στη μαμά μου γιατί νομίζω πως αν ήταν σκύλος θα ήμουν εγώ κι εγώ αν ήμουν άνθρωπος θα ήμουν εκείνη. Είναι ο άνθρωπος που καταλαβαίνει τις ανάγκες μου καλύτερα από κάθε άλλον. Όταν λείπει από το σπίτι κάθομαι υπομονετικά και την περιμένω κοιτάζοντας κάθε τόσο την πόρτα και νοσταλγώ την εποχή που καθόταν με τις ώρες μπροστά σε αυτό το μεγάλο κουτί που βγάζει αλλόκοτα χρώματα. Την έχω δει την ίδια εκεί μέσα κι ακόμη έχω δει κι εμένα εκεί μέσα – ούτε που τολμώ να φανταστώ τι είναι τούτο το πράμα. Αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Όταν η μαμά καθόταν μπροστά του με έπαιρνε τακτικά αγκαλιά με το ένα χέρι και με το άλλο κουνούσε ένα περίεργο διακοσμητικό ποντικάκι με μακριά ουρά. Την υπόλοιπη ώρα καθόμουν ήσυχα στη μοκέτα κι όταν βαριόμουν σηκωνόμουν στα δύο πισινά μου πόδια, ανέβαινα στην ποδιά της και τη γρατζουνούσα με τα μπροστινά μου πόδια: “Εεε, είμαι κι εγώ εδώ, μη με ξεχνάς”, της γάβγιζα.
Τώρα πια η μαμά λείπει αρκετές ώρες από το σπίτι κι αυτό κάνει τις ώρες που περνάμε μαζί πιο λαχταριστές. Δε μένω μόνη μου βέβαια, έχω παρέες και ενδιαφέροντα. Ο παππούς είναι πάντα εδώ, ο μικρός το ίδιο κι έχω και καμπόσα μπισκότα να τραγανίζω για να περνάει η ώρα. Η αγαπημένη μου, όμως, στιγμή της ημέρας είναι όταν ακούω το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά και η μαμά μπαίνει σπίτι. Πετάγομαι αμέσως πάνω και παρατάω ό,τι κι αν έκανα. Η φωνή της είναι τόσο γλυκιά καθώς σκύβει από πάνω μου και με τρίβει από την κορφή ως τα νύχια. Σε λίγο θα αφήσει τα πράγματά της και θα ξαπλώσουμε μαζί στον καναπέ. Θα μείνουμε εκεί αγκαλιασμένες μέχρι να νυστάξουμε. Λατρεύω να ακουμπάω το κορμί της και να μυρίζω τη μυρωδιά της. Συχνά δε μου αρκεί να καθόμαστε απλά μαζί. Θέλω να είμαι πάνω της. Να λικνίζομαι με την αναπνοή της και να με νανουρίζουν οι χτύποι της καρδιάς της. Αισθάνομαι ασφάλεια και πληρότητα.
Γι’ αυτό την αγαπώ τόσο πολύ τη μαμά. Δε λεώ, μου κάνει τα χατήρια και με κακομαθαίνει. Αλλά πώς ξέρει κάθε φορά τι θέλω αφού δε μιλάμε καν την ίδια γλώσσα; Πώς ένα πελώριο, όρθιο ον μπορεί να καταλάβει την ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή μου. Ποτέ δε θα το καταλάβω αλλά πάντα θα μου είναι αρκετό.
Sandy


